crowded
Pronunciation
/ˈkɹaʊdəd/, /ˈkɹaʊdɪd/

Ορισμός και σημασία του "crowded"στα αγγλικά

01

γεμάτος, στενός

(of a space) filled with things or people
crowded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crowded
συγκριτικός βαθμός
more crowded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crowded bus was late due to heavy traffic.
Το γερμασμένο λεωφορείο άργησε λόγω της έντονης κυκλοφορίας.

Λεξικό Δέντρο

overcrowded
uncrowded
crowded
crowd
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store