Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crowded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crowded
συγκριτικός βαθμός
more crowded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crowded bus was late due to heavy traffic.
Το γερμασμένο λεωφορείο άργησε λόγω της έντονης κυκλοφορίας.
Λεξικό Δέντρο
overcrowded
uncrowded
crowded
crowd



























