crowded
crow
ˈkraʊ
kraw
ded
dɪd
did
crowned

Ορισμός και σημασία του "crowded"στα αγγλικά

01

γεμάτος, στενός

(of a space) filled with things or people 
crowded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crowded
συγκριτικός βαθμός
more crowded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crowded room was packed with partygoers dancing and chatting. 

Το γερμένο δωμάτιο ήταν γεμάτο από παρτιζάνους που χόρευαν και συζητούσαν.

Λεξικό Δέντρο

overcrowded
uncrowded
crowded
crowd
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store