Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
critically
01
κριτικά, με τρόπο που εκφράζει αποδοκιμασία
in a way that expresses disapproval or fault-finding
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She spoke critically about the new government policy during the meeting.
Μίλησε κριτικά για τη νέα κυβερνητική πολιτική κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
02
κριτικά, με κριτική ανάλυση
in a manner involving detailed analysis of the merits and faults of a creative work
Παραδείγματα
The novel was critically praised for its innovative narrative style.
Το μυθιστόρημα κριτικά επαινέθηκε για το καινοτόμο αφηγηματικό του στυλ.
2.1
κριτικά, με κριτική σκέψη
in a way that involves careful, objective evaluation or judgment of an issue or information
Παραδείγματα
Students are encouraged to read critically and question every source.
Οι μαθητές ενθαρρύνονται να διαβάζουν κριτικά και να αμφισβητούν κάθε πηγή.
03
σοβαρά, κρίσιμα
to a degree that poses a serious or potentially disastrous risk
Παραδείγματα
The species is critically endangered due to habitat loss.
Το είδος είναι κρίσιμα απειλούμενο εξαιτίας της απώλειας του περιβάλλοντος του.
3.1
κριτικά, σοβαρά
to an extreme degree with a risk of death or total failure
Παραδείγματα
He was critically injured in the car crash and rushed to intensive care.
Τραυματίστηκε κριτικά στο αυτοκινητιστικό δυστύχημα και μεταφέρθηκε επειγόντως στη μονάδα εντατικής θεραπείας.
04
κρίσιμα, με καθοριστικό τρόπο
in a way that is extremely important, where the result can greatly influence success or failure
Παραδείγματα
The success of the project critically depends on timely funding.
Η επιτυχία του έργου εξαρτάται κρίσιμα από την έγκαιρη χρηματοδότηση.
Λεξικό Δέντρο
uncritically
critically
critical
critic



























