Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to croak
01
πεθαίνω, ξεψυχώ
pass from physical life and lose all bodily attributes and functions necessary to sustain life
02
κρακαίνω, κοάζω
(of a frog or raven) to make a harsh noise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
croak
γ΄ ενικό πρόσωπο
croaks
ενεστώτα μετοχή
croaking
απλός αόριστος
croaked
παθητική μετοχή
croaked
03
μουρμουρίζω, γκρινιάζω
make complaining remarks or noises under one's breath
Croak
01
κρακ, κοάξ
a deep harsh noise that a frog or raven makes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
croaks



























