Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crochet
to crochet
01
πλέκω με βελονάκι
to create fabric or a fabric item by interlocking loops of yarn or thread using a hooked needle
Transitive: to crochet clothing or fabric
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crochet
γ΄ ενικό πρόσωπο
crochets
ενεστώτα μετοχή
crocheting
απλός αόριστος
crocheted
παθητική μετοχή
crocheted
Παραδείγματα
She is crocheting a cozy blanket for the upcoming winter.
Εκείνη πλέκει με βελονάκι μια ζεστή κουβέρτα για τον επερχόμενο χειμώνα.



























