ailing
ai
ˈeɪ
ei
ling
lɪng
ling
airing

Ορισμός και σημασία του "ailing"στα αγγλικά

01

άρρωστος, παθαίνων

suffering from an illness or injury 
ailing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ailing
συγκριτικός βαθμός
more ailing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, condition, medicine
Παραδείγματα
The ailing patient was admitted to the hospital for further examination and treatment. 

Ο άρρωστος ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο για περαιτέρω εξέταση και θεραπεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ailing
ail
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store