ailing
ai
ˈeɪ
ει
ling
lɪng
λινγκ
/ˈe‍ɪlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "ailing"στα αγγλικά

01

άρρωστος, παθαίνων

suffering from an illness or injury
ailing definition and meaning
Παραδείγματα
Sarah's ailing aunt relied on daily medication to manage her heart condition.
Η άρρωστη θεία της Σάρα βασιζόταν σε καθημερινά φάρμακα για να διαχειρίζεται την καρδιακή της κατάσταση.

Λεξικό Δέντρο

ailing
ail
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store