Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peaked
01
χλωμός, ασθενικός
(of a person) looking pale, sickly, or physically weak
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most peaked
συγκριτικός βαθμός
more peaked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was too peaked to get out of bed and join the others.
Φαινόταν πολύ χλωμή για να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ενωθεί με τους άλλους.
02
έφτασε στο αποκορύφωμα, σε υψηλότερο επίπεδο
having reached the highest point or maximum level
Παραδείγματα
His energy levels peaked just before the race began.
Τα επίπεδα ενέργειάς του έφτασαν στο αποκορύφωμά τους λίγο πριν από την έναρξη του αγώνα.
Λεξικό Δέντρο
peaked
peak



























