Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peaked
01
χλωμός, ασθενικός
(of a person) looking pale, sickly, or physically weak
Παραδείγματα
He gave a weak, peaked smile before closing his eyes again.
Έδωσε ένα αδύναμο, κουρασμένο χαμόγελο πριν κλείσει ξανά τα μάτια του.
02
έφτασε στο αποκορύφωμα, σε υψηλότερο επίπεδο
having reached the highest point or maximum level
Παραδείγματα
Their performance peaked in the final quarter, securing their victory.
Η απόδοσή τους έφτασε στο αποκορύφωμά της στο τελευταίο τρίμηνο, εξασφαλίζοντας τη νίκη τους.
Λεξικό Δέντρο
peaked
peak



























