Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concrete
01
συγκεκριμένος, πραγματικός
real and tangible, existing in physical form that can be sensed or experienced
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concrete
συγκριτικός βαθμός
more concrete
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The architect sketched out plans for the concrete structure, outlining every detail.
Ο αρχιτέκτονας σκίτσαρε σχέδια για την συγκεκριμένη δομή, περιγράφοντας κάθε λεπτομέρεια.
02
συγκεκριμένος, απτός
according to facts instead of opinions
Παραδείγματα
The success of the project was attributed to concrete planning and meticulous execution.
Η επιτυχία του έργου αποδόθηκε σε συγκεκριμένο σχεδιασμό και σε επιμελή εκτέλεση.
03
μπετονένιος, συγκεκριμένος
consisting of a hard building material that is made of the mixture of cement, water, sand, and small stones
Παραδείγματα
The real estate agent showed us a house with concrete countertops in the kitchen.
Ο μεσίτης ακινήτων μας έδειξε ένα σπίτι με μπετόν πάγκους στην κουζίνα.
Concrete
01
σκυρόδεμα
a hard material used for building structures, made by mixing cement, water, sand, and small stones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The construction project involved a large amount of concrete for various structures.
Το έργο κατασκευής περιλάμβανε μια μεγάλη ποσότητα σκυροδέματος για διάφορες κατασκευές.
to concrete
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
concrete
γ΄ ενικό πρόσωπο
concretes
ενεστώτα μετοχή
concreting
απλός αόριστος
concreted
παθητική μετοχή
concreted
Παραδείγματα
The builders plan to concrete the foundation before the end of the week.
Οι οικοδόμοι σχεδιάζουν να μπετονιάσουν το θεμέλιο πριν από το τέλος της εβδομάδας.
02
επιχρίω με τσιμέντο, καλύπτω με σκυρόδεμα
to cover with a mixture of cement, sand, gravel, and water
Παραδείγματα
To prevent erosion, they planned to concrete the riverbank.
Για να αποτρέψουν τη διάβρωση, σχεδίασαν να επιχρίσουν με τσιμέντο την όχθη του ποταμού.
03
υλοποιώ, πραγματοποιώ
to make something real or tangible, transforming abstract ideas into a physical or specific form
Παραδείγματα
The project manager 's goal was to concrete the proposal into a detailed plan for implementation.
Ο στόχος του διαχειριστή του έργου ήταν να συγκεκριμενοποιήσει την πρόταση σε ένα λεπτομερές σχέδιο για την υλοποίηση.
Λεξικό Δέντρο
concretely
concreteness
concrete



























