Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coarse
01
τραχύς, ακατέργαστος
having a rough or uneven surface or texture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
coarsest
συγκριτικός βαθμός
coarser
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coarse fabric of the blanket was scratchy against her skin.
Το τραχύ ύφασμα της κουβέρτας ήταν ερεθιστικό για το δέρμα της.
Παραδείγματα
The coarse sand on the beach made it difficult to build sandcastles.
Η χονδρή άμμος στην παραλία έκανε δύσκολη την κατασκευή πύργων από άμμο.
Παραδείγματα
The comedian's coarse jokes about sensitive topics made some audience members uncomfortable.
Τα χυδαία αστεία του κωμικού για ευαίσθητα θέματα έκαναν κάποια μέλη του κοινού να αισθανθούν άβολα.
Παραδείγματα
The coarse materials used in the construction led to a less durable building.
Τα χονδροειδή υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή οδήγησαν σε ένα λιγότερο ανθεκτικό κτίριο.
05
αδρής αλιείας, μη αθλητικής αλιείας
connected to fishing practices aimed at catching non-game fish, often found in freshwater environments
Παραδείγματα
Coarse fishing requires different techniques compared to game fishing, focusing on species like carp and roach.
Η χονδρή αλιεία απαιτεί διαφορετικές τεχνικές σε σύγκριση με την αθλητική αλιεία, εστιάζοντας σε είδη όπως ο κυπρίνος και ο ροach.
Λεξικό Δέντρο
coarsely
coarseness
coarsen
coarse



























