coarse
coarse
kɔ:s
kaws
course

Ορισμός και σημασία του "coarse"στα αγγλικά

01

τραχύς, ακατέργαστος

having a rough or uneven surface or texture 
coarse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
coarsest
συγκριτικός βαθμός
coarser
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coarse fabric of the blanket was scratchy against her skin. 

Το τραχύ ύφασμα της κουβέρτας ήταν ερεθιστικό για το δέρμα της.

02

χονδρός, τραχύς

having large particles or components 
Παραδείγματα
The coarse sand on the beach made it difficult to build sandcastles. 

Η χονδρή άμμος στην παραλία έκανε δύσκολη την κατασκευή πύργων από άμμο.

03

χυδαίος, αγροίκος

(of language or behavior) rude or vulgar in manner, lacking refinement or delicacy 
Παραδείγματα
The comedian's coarse jokes about sensitive topics made some audience members uncomfortable. 

Τα χυδαία αστεία του κωμικού για ευαίσθητα θέματα έκαναν κάποια μέλη του κοινού να αισθανθούν άβολα.

04

χονδρός, τραχύς

lacking in refinement or distinction 
Παραδείγματα
The coarse materials used in the construction led to a less durable building. 

Τα χονδροειδή υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή οδήγησαν σε ένα λιγότερο ανθεκτικό κτίριο.

05

αδρής αλιείας, μη αθλητικής αλιείας

connected to fishing practices aimed at catching non-game fish, often found in freshwater environments 
Παραδείγματα
Coarse fishing requires different techniques compared to game fishing, focusing on species like carp and roach. 

Η χονδρή αλιεία απαιτεί διαφορετικές τεχνικές σε σύγκριση με την αθλητική αλιεία, εστιάζοντας σε είδη όπως ο κυπρίνος και ο ροach.

Λεξικό Δέντρο

coarsely
coarseness
coarsen
coarse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store