coal-fired
coal
kəʊl
κεουλ
fired
faɪəd
φαιεντ

Ορισμός και σημασία του "coal-fired"στα αγγλικά

coal-fired
01

τροφοδοτούμενος με άνθρακα, λειτουργεί με άνθρακα

operated or produced by the use of coal as fuel 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
energy, technology, industry

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store