Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coalescence
01
συγχώνευση, ένωση
the process of diverse elements uniting to form a single body, form, or group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coalescences
Παραδείγματα
The coalescence of various musical genres in the band's new album created a unique and captivating sound.
Η συγχώνευση διαφόρων μουσικών ειδών στο νέο άλμπουμ του συγκροτήματος δημιούργησε έναν μοναδικό και γοητευτικό ήχο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
coalescency
coalescence
coalesce
coalition



























