Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coalescence
01
συγχώνευση, ένωση
the process of diverse elements uniting to form a single body, form, or group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coalescences
Παραδείγματα
The coalescence of community efforts led to the revitalization of the neighborhood park.
Η συγχώνευση των κοινοτικών προσπαθειών οδήγησε στην αναβίωση του πάρκου της γειτονιάς.
Λεξικό Δέντρο
coalescency
coalescence
coalesce
coalition



























