Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coarsen
01
αποξεύνω, κάνω χοντροκομμένο
to reduce the refinement, subtlety, or delicacy of something
Transitive: to coarsen sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coarsen
γ΄ ενικό πρόσωπο
coarsens
ενεστώτα μετοχή
coarsening
απλός αόριστος
coarsened
παθητική μετοχή
coarsened
Παραδείγματα
Years of harsh living had coarsened his manners.
Χρόνια σκληρής ζωής είχαν αποξεσθεί τους τρόπους του.
02
τραχύνω, παχύνω
to make a material or surface rougher or thicker in texture
Transitive: to coarsen sth
Παραδείγματα
Sanding the plank incorrectly coarsened its surface.
Το τρίψιμο της σανίδας λανθασμένα έκανε την επιφάνειά της πιο τραχιά.
03
γίνομαι πιο τραχύς, γίνομαι πιο παχύς
to become rougher or thicker in texture or quality
Intransitive
Παραδείγματα
His skin coarsened after years of outdoor labor.
Το δέρμα του αγχώθηκε μετά από χρόνια εργασίας σε εξωτερικούς χώρους.
Λεξικό Δέντρο
coarsened
coarsen
coarse



























