coast
coast
koʊst
κουστ
/kəʊst/

Ορισμός και σημασία του "coast"στα αγγλικά

01

ακτή, παραλία

the land close to a sea, ocean, or lake
coast definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coasts
Παραδείγματα
Yesterday the coast was full of people enjoying the summer sun.
Χθες η ακτή ήταν γεμάτη ανθρώπους που απολάμβαναν τον καλοκαιρινό ήλιο.
02

ολίσθηση, κίνηση με αδράνεια

the action or instance of moving smoothly along a surface while maintaining contact, typically with little or no effort
Παραδείγματα
The children laughed during each fast coast down the playground slide.
Τα παιδιά γέλασαν κατά τη διάρκεια κάθε γρήγορης ολίσθησης προς τα κάτω στην τσουλήθρα της παιδικής χαράς.
03

πλαγιά, κατηφόρα

a slope or incline suitable for sledding or gliding
Παραδείγματα
They spent the afternoon racing sleds on the steep coast.
Πέρασαν το απόγευμα κάνουν αγώνες έλκηθρου στην απότομη πλαγιά.
to coast
01

προχωρώ χωρίς προσπάθεια, αφήνομαι να με παρασύρει

to progress or succeed with minimal effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coast
γ΄ ενικό πρόσωπο
coasts
ενεστώτα μετοχή
coasting
απλός αόριστος
coasted
παθητική μετοχή
coasted
Παραδείγματα
Students who coast often struggle when exams require real effort.
Οι μαθητές που δουλεύουν με ελάχιστη προσπάθεια συχνά αγωνίζονται όταν οι εξετάσεις απαιτούν πραγματική προσπάθεια.
02

γλιστρώ, κατεβαίνω χωρίς πετάλι

to move effortlessly, often downhill, without using power
Παραδείγματα
The car 's momentum allowed it to coast through the parking lot.
Η ορμή του αυτοκινήτου του επέτρεψε να κυλήσει χωρίς κόπο μέσα από το πάρκινγκ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store