unsmooth
Pronunciation
/ʌnsmˈuːð/

Ορισμός και σημασία του "unsmooth"στα αγγλικά

01

τραχύς, ανώμαλος

having a surface that is rough or uneven
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsmooth
συγκριτικός βαθμός
more unsmooth
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unsmooth edges of the metal panel had to be filed down for safety.
Οι ανώμαλες άκρες του μεταλλικού πάνελ έπρεπε να λιάνισταν για λόγους ασφαλείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store