Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsmooth
01
τραχύς, ανώμαλος
having a surface that is rough or uneven
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsmooth
συγκριτικός βαθμός
more unsmooth
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unsmooth edges of the metal panel had to be filed down for safety.
Οι ανώμαλες άκρες του μεταλλικού πάνελ έπρεπε να λιάνισταν για λόγους ασφαλείας.
Λεξικό Δέντρο
unsmooth
smooth



























