unsmiling
un
ʌn
an
smi
ˈsmaɪ
smai
ling
lɪng
ling
/ʌnsmˈa‍ɪlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unsmiling"στα αγγλικά

01

σοβαρός, αυστηρός

serious or stern in expression
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsmiling
συγκριτικός βαθμός
more unsmiling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The guard was unsmiling as he checked the entrance.
Ο φύλακας ήταν χωρίς χαμόγελο καθώς έλεγχε την είσοδο.

Λεξικό Δέντρο

unsmiling
smiling
smile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store