Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsmiling
01
σοβαρός, αυστηρός
serious or stern in expression
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsmiling
συγκριτικός βαθμός
more unsmiling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The guard was unsmiling as he checked the entrance.
Ο φύλακας ήταν χωρίς χαμόγελο καθώς έλεγχε την είσοδο.
Λεξικό Δέντρο
unsmiling
smiling
smile



























