closelipped
close
ˈkləʊs
κλεουσ
lipped
ˌlɪpt
λιπτ

Ορισμός και σημασία του "closelipped"στα αγγλικά

closelipped
01

κλειστός, λιγόλογος

unwilling to share information or express opinions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most closelipped
συγκριτικός βαθμός
more closelipped
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, behavior, personality
Παραδείγματα
She remained close-lipped about her plans for the weekend. 

Παραμένει κλειστόμυαλη για τα σχέδιά της για το σαββατοκύριακο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

closelipped

close

+

lipped

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store