Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
closed-minded
01
στενόμυαλος, πείσμων
unwilling to consider or accept new ideas, perspectives, or opinions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most closed-minded
συγκριτικός βαθμός
more closed-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Being closed-minded, he refused to engage in conversations that presented differing viewpoints.
Όντας κλειστόμυαλος, αρνιόταν να συμμετάσχει σε συζητήσεις που παρουσίαζαν διαφορετικές απόψεις.



























