Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Closeness
01
εγγύτητα, γειτνίαση
the state of being near to something in terms of distance or time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The closeness of the two buildings made it difficult to park.
Η εγγύτητα των δύο κτιρίων έκανε δύσκολο το πάρκινγκ.
02
απόκρυψη
characterized by a lack of openness (especially about one's actions or purposes)
03
εγγύτητα, κακή αερισμός
the quality of being close and poorly ventilated
04
εγγύτητα, οικειότητα
close or warm friendship
05
τσιγκουνιά, φαγούρα
extreme stinginess
06
εγγύτητα, οικειότητα
a feeling of being intimate and belonging together
Λεξικό Δέντρο
closeness
close



























