Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
closemouthed
01
κλειστόμυαλος, συνεσταλμένος
(of a person) reluctant to reveal information or share thoughts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most closemouthed
συγκριτικός βαθμός
more closemouthed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was closemouthed about his reasons for leaving the meeting early.
Ήταν κλειστόστομος σχετικά με τους λόγους που άφησε νωρίς τη συνάντηση.



























