closemouthed
close
ˈkləʊs
κλεουσ
mouthed
ˌmaʊðd
μαουδντ

Ορισμός και σημασία του "closemouthed"στα αγγλικά

closemouthed
01

κλειστόμυαλος, συνεσταλμένος

(of a person) reluctant to reveal information or share thoughts 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most closemouthed
συγκριτικός βαθμός
more closemouthed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, behavior, personality
Παραδείγματα
He was closemouthed about his reasons for leaving the meeting early. 

Ήταν κλειστόστομος σχετικά με τους λόγους που άφησε νωρίς τη συνάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store