secretive
sec
ˈsi:k
sik
re
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "secretive"στα αγγλικά

01

μυστικοπαθής, διακριτικός

(of a person) having a tendency to hide feelings, thoughts, etc. 
secretive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most secretive
συγκριτικός βαθμός
more secretive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite being close friends, she remained secretive about her personal life, rarely disclosing details about her relationships. 

Παρά το ότι ήταν στενές φίλες, παρέμεινε μυστικοπαθής για την προσωπική της ζωή, σπάνια αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες για τις σχέσεις της.

Λεξικό Δέντρο

secretively
secretiveness
secretive
secret
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store