Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secretive
01
μυστικοπαθής, διακριτικός
(of a person) having a tendency to hide feelings, thoughts, etc.
Παραδείγματα
Her secretive nature made it difficult for others to truly know her, leading to feelings of mistrust and uncertainty.
Η μυστικοπάθεια της φύσης της έκανε δύσκολο για τους άλλους να την γνωρίσουν πραγματικά, οδηγώντας σε συναισθήματα δυσπιστίας και αβεβαιότητας.
Λεξικό Δέντρο
secretively
secretiveness
secretive
secret



























