Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secretly
01
κρυφά, στα κρυφά
in a manner that is kept hidden from others
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The surprise party was planned secretly to maintain the element of surprise.
Το πάρτι έκπληξη σχεδιάστηκε κρυφά για να διατηρηθεί το στοιχείο της έκπληξης.
02
κρυφά, εσωτερικά
not openly; inwardly
Λεξικό Δέντρο
secretly
secret



























