Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
closemouthed
01
κλειστόμυαλος, συνεσταλμένος
(of a person) reluctant to reveal information or share thoughts
Παραδείγματα
The official was closemouthed, offering no hints about the upcoming policy changes.
Ο αξιωματούχος ήταν κλειστόστομος, δεν προσέφερε καμία υπόδειξη για τις επερχόμενες αλλαγές πολιτικής.



























