affectingly
Pronunciation
/ɐfˈɛktɪŋli/

Ορισμός και σημασία του "affectingly"στα αγγλικά

affectingly
01

συγκινητικά, με συναίσθημα

in a way that touches the emotions deeply, especially with sadness or sympathy
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The poem affectingly describes the fleeting nature of youth and love.
Το ποίημα περιγράφει συγκινητικά την παροδική φύση της νεότητας και της αγάπης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store