Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affectingly
01
συγκινητικά, με συναίσθημα
in a way that touches the emotions deeply, especially with sadness or sympathy
Παραδείγματα
The poem affectingly describes the fleeting nature of youth and love.
Το ποίημα περιγράφει συγκινητικά την παροδική φύση της νεότητας και της αγάπης.
Λεξικό Δέντρο
affectingly
affecting
affect



























