touchingly
tou
ˈtʌ
ta
ching
ʧɪng
ching
ly
li
li
touchily

Ορισμός και σημασία του "touchingly"στα αγγλικά

01

συγκινητικά, επαφώμενα

in a way that evokes gentle sadness, warmth, or deep emotion 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She touchingly described the sacrifices her parents made for her education. 

Περιέγραψε συγκινητικά τις θυσίες που έκαναν οι γονείς της για την εκπαίδευσή της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

touchingly
touching
touch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store