Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poignantly
01
συγκινητικά, με συγκίνηση
in a manner that evokes deep emotions, often sadness or sympathy
Παραδείγματα
The music swelled poignantly as the soldier's letter was read aloud.
Η μουσική ογκώθηκε συγκινητικά καθώς το γράμμα του στρατιώτη διαβάστηκε δυνατά.
Λεξικό Δέντρο
poignantly
poignant
poign



























