Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poignant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most poignant
συγκριτικός βαθμός
more poignant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The poignant story of the elderly couple's enduring love brought tears to everyone's eyes.
Η συγκινητική ιστορία της διαρκούς αγάπης του ηλικιωμένου ζευγαριού έφερε δάκρυα στα μάτια όλων.
02
δηκτικός, αψύς
causing a sharp, penetrating impression on the senses, especially smell or taste
Παραδείγματα
The poignant aroma of aged cheese filled the room.
Η δριμύτητα της ωριμασμένης τυροπήτας γέμισε το δωμάτιο.
03
συγκινητικός, επαφής
clearly expressed and strongly relevant
Παραδείγματα
Her poignant reply ended the debate with graceful finality.
Η συγκινητική της απάντηση τερμάτισε τη συζήτηση με κομψή οριστικότητα.
Λεξικό Δέντρο
poignantly
poignant
poign



























