poignant
poignant
pɔɪnjənt
ποϊνγαντ

Ορισμός και σημασία του "poignant"στα αγγλικά

01

συγκινητικός, επαφής

causing strong emotions, especially sadness or empathy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most poignant
συγκριτικός βαθμός
more poignant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, narrative, experience
Παραδείγματα
The poignant story of the elderly couple's enduring love brought tears to everyone's eyes. 

Η συγκινητική ιστορία της διαρκούς αγάπης του ηλικιωμένου ζευγαριού έφερε δάκρυα στα μάτια όλων.

02

δηκτικός, αψύς

causing a sharp, penetrating impression on the senses, especially smell or taste 
Παραδείγματα
The poignant aroma of aged cheese filled the room. 

Η δριμύτητα της ωριμασμένης τυροπήτας γέμισε το δωμάτιο.

03

συγκινητικός, επαφής

clearly expressed and strongly relevant 
Παραδείγματα
Her poignant reply ended the debate with graceful finality. 

Η συγκινητική της απάντηση τερμάτισε τη συζήτηση με κομψή οριστικότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

poignantly
poignant
poign
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store