Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pungent
01
δριμύς, πικάντικος
having a strong, sharp smell or taste that can be overpowering and somewhat unpleasant
Παραδείγματα
The pungent aroma of onions made her eyes water as she chopped them.
Η δριμύτητα της μυρωδιάς των κρεμμυδιών της έκανε τα μάτια να δακρύζουν καθώς τα έκοβε.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pungent
συγκριτικός βαθμός
more pungent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pungent thorns of the rose bush were capable of wounding anyone who tried to pick the flowers.
Οι αιχμηρές αγκάθες του τριανταφυλλιού μπορούσαν να τραυματίσουν όποιον προσπαθούσε να μαζέψει τα λουλούδια.
Παραδείγματα
Her pungent critique of the proposal left the team feeling disheartened and defensive.
Η δριμεία κριτική της για την πρόταση άφησε την ομάδα αποθαρρυμένη και αμυντική.
Λεξικό Δέντρο
pungently
pungent
pung



























