Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pungent
01
δριμύς, πικάντικος
having a strong, sharp smell or taste that can be overpowering and somewhat unpleasant
Παραδείγματα
She coughed at the pungent fumes coming from the cleaning solution.
Έβηξε από τις δριμείς αναθυμιάσεις που προέρχονταν από το καθαριστικό διάλυμα.
Παραδείγματα
The pungent edge of the thorn made it easy to puncture the surface of the plant.
Η κοφτερή άκρη του αγκάθιας έκανε εύκολο το τρύπημα της επιφάνειας του φυτού.
Παραδείγματα
The pungent language used in the editorial reflected the writer's deep frustration with the situation.
Η δριμεία γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στο επεξεργασμένο κείμενο αντανακλούσε την βαθιά απογοήτευση του συγγραφέα με την κατάσταση.
Λεξικό Δέντρο
pungently
pungent
pung



























