Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
touched
01
αγγιγμένος, επαφής
physically coming into contact with something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most touched
συγκριτικός βαθμός
more touched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The touched snow underfoot melted with each step.
Το αγγιγμένο χιόνι κάτω από τα πόδια λιώνει με κάθε βήμα.
Παραδείγματα
His speech made everyone feel touched and inspired.
Η ομιλία του έκανε όλους να νιώσουν συγκινημένοι και εμπνευσμένοι.
03
τρελός, χαζός
slightly insane
Λεξικό Δέντρο
untouched
touched
touch



























