touched
touched
tʌʧt
tacht

Ορισμός και σημασία του "touched"στα αγγλικά

01

αγγιγμένος, επαφής

physically coming into contact with something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most touched
συγκριτικός βαθμός
more touched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The touched surface felt smooth to the fingertips. 

Η αγγιγμένη επιφάνεια ένιωθε λεία στα δάχτυλα.

02

συγκινημένος, αγγιγμένος

deeply moved or emotionally affected by something, often in a positive or sentimental way 
Παραδείγματα
The kindness of strangers left him feeling touched and grateful. 

Η καλοσύνη των αγνώστων τον άφησε συγκινημένο και ευγνώμονα.

03

τρελός, χαζός

slightly insane 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store