Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
touched
01
αγγιγμένος, επαφής
physically coming into contact with something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most touched
συγκριτικός βαθμός
more touched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The touched surface felt smooth to the fingertips.
Η αγγιγμένη επιφάνεια ένιωθε λεία στα δάχτυλα.
Παραδείγματα
The kindness of strangers left him feeling touched and grateful.
Η καλοσύνη των αγνώστων τον άφησε συγκινημένο και ευγνώμονα.
03
τρελός, χαζός
slightly insane
Λεξικό Δέντρο
untouched
touched
touch



























