touchingly
Pronunciation
/tˈʌtʃɪŋli/

Ορισμός και σημασία του "touchingly"στα αγγλικά

01

συγκινητικά, επαφώμενα

in a way that evokes gentle sadness, warmth, or deep emotion
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He touchingly thanked everyone who supported him during his illness.
Ευχαρίστησε συγκινητικά όλους όσους τον υποστήριξαν κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του.

Λεξικό Δέντρο

touchingly
touching
touch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store