Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
touchingly
01
συγκινητικά, επαφώμενα
in a way that evokes gentle sadness, warmth, or deep emotion
Παραδείγματα
He touchingly thanked everyone who supported him during his illness.
Ευχαρίστησε συγκινητικά όλους όσους τον υποστήριξαν κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του.
Λεξικό Δέντρο
touchingly
touching
touch



























