Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Affaire
01
σχέση
a usually secretive or illicit sexual relationship
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affaires
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σχέση