affaire
a
a
α
ffaire
ˈfɛr
φερ
/ɐfˈe‍ə/

Ορισμός και σημασία του "affaire"στα αγγλικά

01

σχέση

a usually secretive or illicit sexual relationship
affaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affaires
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store