affectionate
a
ə
ē
ffec
ˈfɛk
fek
tio
ʃə
shē
nate
nɪt
nit

Ορισμός και σημασία του "affectionate"στα αγγλικά

affectionate
01

στοργικός, τσούχτσικος

expressing love and care 
affectionate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affectionate
συγκριτικός βαθμός
more affectionate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The couple shared an affectionate embrace after being apart for weeks. 

Το ζευγάρι μοιράστηκε μια στοργική αγκαλιά αφού ήταν χωρισμένο για εβδομάδες.

Λεξικό Δέντρο

affectionately
affectionateness
unaffectionate
affectionate
affection
affect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store