affectionate
Pronunciation
/əˈfɛkʃənɪt/

Ορισμός και σημασία του "affectionate"στα αγγλικά

affectionate
01

στοργικός, τσούχτσικος

expressing love and care
affectionate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affectionate
συγκριτικός βαθμός
more affectionate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They exchanged affectionate glances across the room, their love for each other evident in their eyes.
Ανταλλάξαν στοργικά βλέμματα απέναντι στο δωμάτιο, η αγάπη τους ο ένας για τον άλλον εμφανής στα μάτια τους.

Λεξικό Δέντρο

affectionately
affectionateness
unaffectionate
affectionate
affection
affect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store