Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Buttonhole
01
κουμπότρυπα, τρυπούλα για κουμπί
a slit or hole on a piece of clothing that a button is put through to be fastened
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buttonholes
to buttonhole
01
καθηλώνω σε συζήτηση, κρατώ σε συνομιλία
detain in conversation by or as if by holding on to the outer garments of; as for political or economic favors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
buttonhole
γ΄ ενικό πρόσωπο
buttonholes
ενεστώτα μετοχή
buttonholing
απλός αόριστος
buttonholed
παθητική μετοχή
buttonholed



























