buttwad
butt
ˈbʌt
bat
wad
wɒd
vod

Ορισμός και σημασία του "buttwad"στα αγγλικά

01

μαλάκας, κάθαρμα

a contemptible, worthless, or irritating person 
buttwad definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buttwads
Παραδείγματα
The buttwad took the last slice of pizza without asking. 

Ο ηλίθιος πήρε το τελευταίο κομμάτι πίτσας χωρίς να ρωτήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store