buttwad
butt
bət
bēt
wad
wɑd
vaad
/bˈʌtwɒd/

Ορισμός και σημασία του "buttwad"στα αγγλικά

01

μαλάκας, κάθαρμα

a contemptible, worthless, or irritating person
buttwad definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buttwads
Παραδείγματα
She dated a lying buttwad who borrowed money and vanished.
Βγήκε ραντεβού με έναν ψεύτη μαλάκα που δανείστηκε χρήματα και εξαφανίστηκε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store