brood hen
brood
bru:d
μπρουντ
hen
hɛn
χεν
/bɹˈuːd hˈɛn/

Ορισμός και σημασία του "brood hen"στα αγγλικά

01

κότα που κλωσσάει, κότα έτοιμη να κλωσήσει

a domestic hen ready to brood
brood hen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brood hens
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store