Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pussyfoot
01
κινώ κρυφά, περπατώ στις μύτες
to move stealthily or furtively, often with the intent to avoid being noticed or caught
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
pussyfoot
γ΄ ενικό πρόσωπο
pussyfoots
ενεστώτα μετοχή
pussyfooting
απλός αόριστος
pussyfooted
παθητική μετοχή
pussyfooted
Παραδείγματα
He tried to pussyfoot around the room, hoping no one would hear him.
Προσπάθησε να κινηθεί κρυφά γύρω από το δωμάτιο, ελπίζοντας ότι κανείς δεν θα τον ακούσει.
02
περιφέρομαι, διστάζω
to act in a cautious, hesitant, or overly careful way, often to avoid commitment, confrontation, or making a firm decision
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Stop pussyfooting and tell me what you really think!
Σταμάτα να κυκλοφορείς και πες μου τι πραγματικά πιστεύεις!
Λεξικό Δέντρο
pussyfoot
pussy
foot



























