crammed
crammed
kræmd
krāmd
cramped

Ορισμός και σημασία του "crammed"στα αγγλικά

01

γεμάτος, στριμωγμένος

filled tightly and often in a crowded or limited space, often to the point of being overcrowded 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crammed
συγκριτικός βαθμός
more crammed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The small room was crammed with boxes from floor to ceiling. 

Το μικρό δωμάτιο ήταν γεμάτο με κουτιά από το πάτωμα μέχρι την οροφή.

Λεξικό Δέντρο

crammed
cram
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store