unbleached flour
unbleached
ʌnbli:ʧt
anblicht
flour
flaʊə
flawe

Ορισμός και σημασία του "unbleached flour"στα αγγλικά

Unbleached flour
01

αλεύρι χωρίς λεύκανση, αλεύρι χωρίς επεξεργασία

a type of flour that has not been chemically treated to whiten its color or soften its texture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
unbleached flours
Παραδείγματα
After learning about the benefits of unbleached flour, he made a conscious effort to incorporate it into his everyday cooking. 

Αφού έμαθε για τα οφέλη του αλευριού χωρίς λεύκανση, έκανε μια συνειδητή προσπάθεια να το ενσωματώσει στην καθημερινή του μαγειρική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store