Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unbleached flour
01
αλεύρι χωρίς λεύκανση, αλεύρι χωρίς επεξεργασία
a type of flour that has not been chemically treated to whiten its color or soften its texture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unbleached flours
Παραδείγματα
I found that using unbleached flour in my pancakes resulted in a more flavorful and satisfying breakfast.
Ανακάλυψα ότι η χρήση αλεύρι χωρίς λεύκανση στα τηγανίτες μου είχε ως αποτέλεσμα ένα πιο γευστικό και ικανοποιητικό πρωινό.



























