overexposed
o
əʊ
εου
ver
βα
ex
ɪks
ικσ
posed
pəʊzd
πεουζντ
undisclosedpredisposedunderexposedjuxtaposed

Ορισμός και σημασία του "overexposed"στα αγγλικά

overexposed
01

υπερεκτεθειμένος, εκτεθειμένος για πολύ καιρό

* (film or a part of an image) exposed for too long a time 
overexposed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overexposed
συγκριτικός βαθμός
more overexposed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
photography, film, imaging

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overexposed
exposed
expose
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store