to overestimate
o
əʊ
ew
ver
es
ɛs
es
ti
ti
mate
mət
mēt
estimate

Ορισμός και σημασία του "overestimate"στα αγγλικά

to overestimate
01

υπερεκτιμώ, υπερτιμώ

to guess or calculate a value, size, or etc. to be higher than it actually is 
Transitive: to overestimate a quantity
to overestimate definition and meaning
Παραδείγματα
I tend to overestimate the time it takes to complete tasks. 

Έχω την τάση να υπερεκτιμώ τον χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωση των εργασιών.

02

υπερεκτιμώ, υπερτιμώ

to give or assign a greater level of importance to something than it actually has 
Transitive: to overestimate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overestimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
overestimates
ενεστώτα μετοχή
overestimating
απλός αόριστος
overestimated
παθητική μετοχή
overestimated
Παραδείγματα
I overestimated the impact of his approval on the success of my plan. 

Υπερεκτίμησα την επίδραση της έγκρισής του στην επιτυχία του σχεδίου μου.

01

υπερεκτίμηση, υπερτίμηση

a calculation or measurement that gives a value higher than the true amount 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overestimates
Παραδείγματα
The project cost an overestimate due to unexpected delays. 

Το έργο κόστισε μια υπερεκτίμηση λόγω απροσδόκητων καθυστερήσεων.

02

υπερεκτίμηση, υπερτίμηση

an appraisal or judgment of something that assigns it too high a value 
Παραδείγματα
Her overestimate of his abilities led to disappointment. 

Η υπερεκτίμησή της για τις ικανότητές του οδήγησε σε απογοήτευση.

Λεξικό Δέντρο

overestimate
estimate
estim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store