Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overestimate
01
υπερεκτιμώ, υπερτιμώ
to guess or calculate a value, size, or etc. to be higher than it actually is
Transitive: to overestimate a quantity
Παραδείγματα
They overestimated the crowd size at the event, which led to too many empty seats.
Υπερεκτίμησαν το μέγεθος του πλήθους στην εκδήλωση, γεγονός που οδήγησε σε πάρα πολλά κενά καθίσματα.
02
υπερεκτιμώ, υπερτιμώ
to give or assign a greater level of importance to something than it actually has
Transitive: to overestimate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overestimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
overestimates
ενεστώτα μετοχή
overestimating
απλός αόριστος
overestimated
παθητική μετοχή
overestimated
Παραδείγματα
Do n’t overestimate how much this one mistake will affect your future.
Μην υπερεκτιμάς πόσο θα επηρεάσει αυτό το λάθος το μέλλον σου.
Overestimate
01
υπερεκτίμηση, υπερτίμηση
a calculation or measurement that gives a value higher than the true amount
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overestimates
Παραδείγματα
Overestimates in budgeting can tie up unnecessary resources.
Οι υπερεκτιμήσεις στον προϋπολογισμό μπορούν να δεσμεύσουν περιττούς πόρους.
02
υπερεκτίμηση, υπερτίμηση
an appraisal or judgment of something that assigns it too high a value
Παραδείγματα
He had an overestimate of the painting's market value.
Είχε μια υπερεκτίμηση της αγοραίας αξίας του πίνακα.
Λεξικό Δέντρο
overestimate
estimate
estim



























