Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bog down
01
παγιδεύομαι στη λάσπη, κολλώ στο βούρκο
to cause something to get stuck in mud or wet ground, preventing it from moving easily
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
bog
ενεστώτας
bog down
γ΄ ενικό πρόσωπο
bogs down
ενεστώτα μετοχή
bogging down
απλός αόριστος
bogged down
παθητική μετοχή
bogged down
Παραδείγματα
The heavy rain bogged the tractor down in the field.
Η βροχή παγίδευσε το τρακτέρ στο χωράφι.
02
παγιδεύομαι στη λάσπη, κολλώ σε βάλτο
to get stuck in mud or wet ground, preventing movement
Intransitive
Παραδείγματα
The military convoy bogged down in the wetlands during the rainy season.
Η στρατιωτική συνοδεία παγιδεύτηκε στα υγροτόπους κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών.
03
επιβραδύνω, εμποδίζω
to prevent someone or something from making progress
Παραδείγματα
They tried to bog down the negotiations with unnecessary demands.
Προσπάθησαν να επιβραδύνουν τις διαπραγματεύσεις με αχρείαστες απαιτήσεις.
04
κολλώ, επιβραδύνω
(of progress or process) to become stuck or slowed down due to obstacles or difficulties
Παραδείγματα
Productivity may bog down if the team lacks proper resources.
Η παραγωγικότητα μπορεί να μπλοκάρει αν η ομάδα στερείται των κατάλληλων πόρων.



























